Το θαύμα του Ταύρου

Το θαύμα του Ταύρου περιγράφει με χαρακτηριστικό τρόπο ο Χριστόφας Δ. Χατζηγιάννης στο φυλλάδιο που εκδόθηκε με τίτλο «Το Πανηγύρι του Ταύρου Αγίας Παρασκευής Λέσβου Θρύλοι – Ιστορία – Περιγραφή».

«…Ανατολικά της Αγίας Παρασκευής απλώνεται το μεγάλο πευκοδάσος, το «Τσαμλίκι». Εκτείνεται πολύ, μέχρι το Μπαλτζίκι, τον Κυδώνα. Στο βορειοανατολικό τμήμα το Τσαμλικιού, που οι αρχαίοι το έλεγαν Μακιστο, στην πλαγιά του βουνού Ταύρος, χωμένο μέσα στα πεύκα,πάνω από μία πηγή, είναι το ξωκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους. Ανάμεσα στα ξέφωτα των πευκόκλαδων, βιγλίζει τη θάλασσα της Ανατολής και τις ακτές της Μικρασίας. Στις αρχές του 19ου αιώνα το ξωκλήσι ήταν χάλασμα. Μια μάντρα με ξερολιθιά. Δεν το λειτουργούσε κανείς, γιατί οι Μπαλτζικιώτες Τούρκοι ήταν φοβεροί. Εκεί είχε το λημέρι του ένας Καπιώτης Τούρκος νταής, που λυμαινόταν την περιοχή. Οι Αγιαπαρασκευώτες τόξεραν. Εδώ έγινε το θαύμα που στάθηκε η αφορμή του πανηγυριού του Ταύρου, σύμφωνα με την πιο έγκυρη παράδοση.

Τότε, λοιπόν, ένας Αγιοπαρασκευώτης ζευγάς, που λεγόταν Μαλομύτης, έχασε το ταυρί του. Πήρε το δρόμο αναζητώντας τα ίχνη του, που έπεφταν στο Τσαμλίκι. ώρες πλανιόταν εκεί κι άθελά του πάτησε την απάτητη από πόδι Χριστιανικό περιοχή του Ταύρου. Αλλά ταυρί δεν φαινόταν. Απελπισμένος, μουσκίδι στον ιδρώτα, ανέβηκε σε ένα ξέφωτο να θωρήσει τα γύρω. Και …να σου παρουσιάζεται μπρος του ένας καλόγερος ψηλός, ξερακιανός, με άσπρη γενειάδα. «Το ταυρί σου θα το βρεις εκεί» του λέει και του δείχνει πιο πέρα, κατά τον μαντρότοιχο, που ήταν το ξωκλήσι. Γυρίζει ο Μαλομύτης, να τον ρωτήσει ποιος είναι και πούθε έρχεται. Ο καλόγερος άφαντος… Του φωνάζει και τον καλεί… Τίποτα. Κάνει τότε το σημείο του Σταυρού και τραβά κατά τη μάντρα. Είδε το ξωκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους και κατάλαβε πως ο καλόγερος ήταν οπτασία θεϊκή, ήταν ο Άγιος… Φρίκη και ρίγος τον κατέλαβε, πέφτει γονατιστός και προσκυνά τη Χάρη του. Κοιτάζει τριγύρω. Ερημιά! Ταυρί πουθενά. Ο Μαλομύτης γαλήνεψε κι έκανε κατά τη πηγή, δυο βήματα πιο κάτω, να ξεπλύνει τον ιδρώτα και να δροσίσει το στόμα του. Μα έτσι καθώς σκύβει στην πηγή, παίρνει η ματιά του καταντίκρυ, πιο πίσω από το ξωκλήσι τον Τούρκο νταή, το λήσταρχο της περιοχής, αγριάνθρωπο, με τη κουμπούρα στο χέρι. Κι ο Τούρκος, καθώς ανταμώθηκαν οι ματιές τους, έσυρε φωνή «Έλα δω, ρε γκιαούρη…». Ο Μαλομύτης τρομαγμένος, με ξερό λαρύγγι, πλησίασε. «Τι γυρεύεις εδώ», του κάνει ο Τούρκος. Το και το αφέντι, του απαντά και του λέγει για το χαμένο ταυρί. «Το ταυρί σου το ‘χω γω, κι έλα να στο δώσω, κι έχε χάρη σ’ αυτόν τον Άγιο προσκυνάς καημένε… Τρεις φορές σ’ έβαλα σημάδι, όταν ήσουν γονατιστός στο μαντρί, μα και τις τρεις σ’ έχανα από μπρος μου την ώρα που ‘ταν να σου ρίξω. Σ’ έκρυβε αυτός ο Άγιός σου… Πάρε λοιπόν το ταυρί και σύρε στο χωριό σου. Μα να ξανάρθεις να γιορτάσεις εδώ τον Άγιο που σε γλύτωσε…».«

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s